Ακούμε συχνά τους ειδικούς να υποστηρίζουν ότι η κατάθλιψη αποτελεί τη ψυχική ασθένεια του αιώνα αφού, η διαταραχή επηρεάζει σημαντικά τη διάθεση επιδρώντας αρνητικά στον τρόπο σκέψης και στη συμπεριφορά των ανθρώπων που νοσούν.

Αρχικά, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι η κατάθλιψη δεν έχει καμία σχέση με το μελαγχολικό συναίσθημα που συχνά βιώνουμε όταν εκτιθέμεθα σε στενάχωρες συναισθηματικά καταστάσεις. Αντιθέτως, το καταθλιπτικό συναίσθημα έχει μεγάλη ένταση και διάρκεια ενώ καταλήγει σε έκπτωση της λειτουργικότητας σε πολλούς τομείς στη ζωή των πασχόντων.

Αν και η σοβαρότητα των συμπτωμάτων διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο ως προς την εμφάνιση και την ένταση, στο πλαίσιο της διαταραχής, παρατηρούμε την εκδήλωση συγκεκριμένων συναισθηματικών, ψυχολογικών και σωματικών αντιδράσεων οι οποίες αποτελούν μέσο εκτόνωσης της ψυχικής έντασης που βιώνουμε.

Πιο συγκεκριμένα, πάσχουμε από κατάθλιψη όταν αισθανόμαστε αρνητική διάθεση στο μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, δεν νιώθουμε ευχαρίστηση και, χάνουμε το ενδιαφέρον για τις δραστηριότητες που συνηθίζουμε να απολαμβάνουμε, αν ανησυχούμε ή/και φοβούμαστε ότι θα συμβεί κάποιο κακό γεγονός, αισθανόμαστε δυσφορία, δεν έχουμε ερωτική διάθεση, κοιμόμαστε πολλές ή λίγες ώρες, δεν έχουμε όρεξη για φαγητό ή τρώμε πολύ με αποτέλεσμα να αυξομειώνεται σημαντικά το βάρος. Όταν νιώθουμε κουρασμένοι σωματικά και ψυχικά, αισθανόμαστε απαισιοδοξία και απογοήτευση για το μέλλον, δυσκολευόμαστε να συγκεντρωθούμε, να σκεφτούμε, να θυμηθούμε και να λάβουμε αποφάσεις, νιώθουμε ενοχές, έχουμε αρνητική εικόνα εαυτού και σε κάποιες περιπτώσεις, σκεφτόμαστε συνεχώς το θάνατο ή υιοθετούμε αυτοκτονικές συμπεριφορές.

Και μπορεί, οι αναφερθείσες αντιδράσεις να αποτελούν ενδείξεις καταθλιπτικής διαταραχής ωστόσο για να εκτιμηθεί κλινικά η ασθένεια  απαιτούνται πέντε η περισσότερα συμπτώματα για μια χρονική περίοδο τουλάχιστον δύο εβδομάδων τα οποία δεν αποδίδονται σε κάποιο σωματικό πρόβλημα υγείας και, επιδρούν σημαντικά στην καθημερινότητα μας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, σκεφτόμαστε αρνητικά για τον εαυτό χαρακτηρίζοντας εμάς ανεπαρκείς, άχρηστους, και ελλιπείς ψυχικά, σωματικά και διανοητικά. Πιστεύουμε ότι δεν αξίζουμε την αγάπη των άλλων, θεωρούμε πως αυτοί είναι ιδιαίτερα απαιτητικοί και απορριπτικοί ενώ βλέπουμε το μέλλον αρνητικό χωρίς ευχάριστες στιγμές και ελπιδοφόρες καταστάσεις.

Τα αίτια της κατάθλιψης διαχωρίζονται σε γενετικά, βιολογικά και ψυχολογικά. Στα γενετικά αίτια, συναντούμε την κληρονομική προδιάθεση της διαταραχής.

Στα βιολογικά αίτια, περιλαμβάνονται διάφορες ασθένειες όπως είναι οι παθήσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος πχ σκλήρυνση κατά πλάκας, εγκεφαλικό επεισόδιο, αλλά και οι ενδοκρινείς παθήσεις όπως είναι ο υποθυρεοειδισμός, καθώς και οι λοιμώξεις του κεντρικού νευρικού συστήματος πχ AIDS. Επίσης, σημαντικά επιδρούν κάποιες μορφές καρκίνου όπως του παγκρέατος οι οποίες επηρεάζουν τις λειτουργίες του κεντρικού νευρικού συστήματος αλλά και την περιοχή του συναισθήματος με συνέπεια την έντονη αλλαγή της διάθεσης. Τέλος, καθοριστική φαίνεται να είναι η μη ισορροπημένη λειτουργία των νευροδιαβιβαστών που αφορά κυρίως στην έκκριση χαμηλών επιπέδων σεροτονίνης.

Στα ψυχολογικά αίτια, γίνεται λόγος για πρώιμες εμπειρίες που σχετίζονται με φυσικές ή συναισθηματικές απώλειες, αρνητικά αλλά και τραυματικά γεγονότα ζωής καθώς και έντονες συναισθηματικά καταστάσεις.

Μπορεί όταν βιώνουμε αρνητικά συναισθήματα να είναι δύσκολο να βοηθήσουμε τον εαυτό να αισθανθεί ευχάριστα ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες τεχνικές που δύνανται να επιφέρουν μια καλύτερη διαχείριση του αρνητικού συναισθήματος.

Είναι ιδιαίτερα ωφέλιμο, λοιπόν, να συνειδητοποιήσουμε ότι τόσο οι σωματικές όσο και οι ψυχολογικές αντιδράσεις δεν αποτελούν χαρακτηριστικά της προσωπικότητας αλλά είναι αποτέλεσμα της ψυχικής διαταραχής που βιώνουμε.

Επίσης, είναι χρήσιμο να κατανοήσουμε ότι οι αρνητικές σκέψεις είναι υποκειμενικές αφού, δεν αφορούν στην πραγματικότητα καθώς ενισχύονται από την αρνητική διάθεση. Ταυτόχρονα, βοηθά να καταγράφουμε τις θετικές σκέψεις ενισχύοντας μια πιο ρεαλιστική εκτίμηση των γεγονότων.

Επιπλέον, τον καιρό της έντασης των συμπτωμάτων, ωφελεί να αποφεύγουμε δύσκολους και απαιτητικούς στόχους, να αναβάλουμε σημαντικές αποφάσεις, να μην αναλαμβάνουμε μεγαλύτερη ευθύνη από όση μπορούμε να “σηκώσουμε” και, βεβαίως να ορίζουμε προτεραιότητες όσον αφορά τις απαιτήσεις της καθημερινότητας.

Παράλληλα, είναι σημαντικό να επιβραβεύουμε τον εαυτό για κάθε επίτευγμα που σημειώνουμε, να συμμετέχουμε σε ευχάριστες και διασκεδαστικές δραστηριότητες, να ασκούμαστε σωματικά, να επιδιώκουμε τη συντροφιά των άλλων ανθρώπων, να βγαίνουμε συχνά έξω.

Αν υπάρχουν σκέψεις αυτοκτονίας, είναι απαραίτητο να ενημερώσουμε άμεσα το περιβάλλον ή τον ειδικό που συνεργαζόμαστε και να έχουμε πάντα κοντά μας τους αριθμούς των τηλεφωνικών γραμμών ψυχολογικής υποστήριξης ή άμεσης παρέμβασης.

Μα πάνω από όλα, να αναγνωρίσουμε ότι είναι απαραίτητο να λάβουμε φαρμακευτική και ψυχοθεραπευτική υποστήριξη καθώς, η έγκαιρη παρέμβαση προλαμβάνει την χρονιότητα της κατάθλιψης διαμορφώνοντας πιο ποιοτικές συνθήκες  ζωής .

 

Βασιλική Γ. Βενέτη ΜΑ Κλινικής Ψυχολογίας

Ειδίκευση στη Γνωσιακή-Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία